Απελευθερώσου.

Ψυχολογία



ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΟΥ
από κάθε ταύτιση, προσκόλληση, αυταπάτη, αρνητικότητα, δυστυχία, με
ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΑΠΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ίσως την καλύτερη που διάβασες ποτέ σου
Μπορεί και να ξυπνήσεις, να ευτυχίσεις.




  ***Απαγορεύεται η ανατύπωση των κειμένων για μερική ή πλήρη ανατύπωση χωρίς την άδεια του συγγραφέα και χωρίς την άδειά μας.

του ψυχολόγου
Ευάγγελου Γράψα




Κάποιος Έλληνας χωρικός, ας τον πούμε Κωστή, που δεν είχε χωράφια να καλλιεργήσει, ούτε άλλη δουλειά για να ζήσει στο μικρό χωριό του, αποφάσισε να πάει στην Αυστραλία. Είχε ακούσει ότι εκεί υπήρχε δουλειά και καλή πληρωμή.
Δούλεψε κάπου δέκα χρόνια και μάζεψε κάμποσα χρήματα, ας πούμε έντεκα εκατομμύρια δραχμές, δηλαδή σημερινά τριάντα τρεις χιλιάδες ευρώ. Ήταν πολύ ευχαριστημένος. Τότε όμως αρρώστησε, και μάλιστα βαριά. Τι έπαθε; Πιάστηκε ολόκληρος. Πιάστηκαν οι αρθρώσεις του και δυσκολευόταν να περπατήσει. Οι γιατροί του είπαν ότι το κακό αυτό το έπαθε από τα πολλά άλατα που μπήκαν στον οργανισμό του. Πώς; Από το πολύ αρνίσιο κρέας που έτρωγε. Στην Αυστραλία έχουν μεγάλη παραγώγή σε αρνί και είναι πολύ φτηνό.
Ο φτωχός Έλληνας, που λιμπιζόταν το αρνάκι, αλλά πολύ σπάνια το έτρωγε στο χωριό του, στην Αυστραλία έπεσε με τα μούτρα στο αρνίσιο κρέας.
Μεσημέρι, βράδυ, κρέας, αρνάκι ή πρόβειο. Ψητό, βραστό, παϊδάκια, μπριζόλες, στα κάρβουνα, στο φούρνο.
Ώσπου αρρώστησε. Δεν μπορούσε πια να δουλέψει. Οι γιατροί του είπαν ότι καλά θα έκανε να γυρίσει στην πατρίδα του, στο ορεινό χωριό του, με το καλό κλίμα, μήπως καλυτερέψει και ξεπιαστεί. Αλλά δεν θα έπρεπε να ξαναφάει αρνάκι για πολλά χρόνια, ώσπου να ξαναγίνει καλά, αν ποτέ γινόταν.
Ένοιωσε μεγάλη στεναχώρια, δυστυχία. Πως θα ζούσε στο χωριό του, την υπόλοιπη ζωή του, αφού ήταν ακόμα νέος, σαράντα χρόνων. Σκέφτηκε τα έντεκα εκατομμύρια που είχε σε μία τράπεζα. Θα μπορούσε να τα πάρει μαζί του και μ’αυτά να ζήσει στον τόπο του.
Πήγε στην τράπεζα. Ο διευθυντής του είπε ότι, αν έβαζε τα δέκα εκατομμύρια σε κάποιον ειδικό λογαριασμό, θα έπαιρνε τόκο 10% κάθε χρόνο κάποιο μερίδιο απο μετοχές . Η τράπεζα είχε κάποια μεγάλη βιομηχανική επιχείρηση και μπορούσε να δίνει μερίδιο από τα κέρδη της σε όποιον έμπαινε μέτοχος στην επιχείρηση της.
Έτσι, σε δέκα χρόνια, ο Κωστής θα είχε κοντά στα 30 εκατομμύρια δρχ. ή 90.000 ευρώ στο λογαριασμό του, δικά του λεφτά.
Ο Κωστής ένοιωσε πολύ χαρούμενος. Είχε λύσει το οικονομικό πρόβλημα για όλη του τη ζωή. Με τα 90.000 ευρώ που θα είχε σε 10 χρόνια, θα ήταν πολύ πλούσιος, ανεξάρτητος οικονομικά. Θα μπορούσε να βοηθάει και άλλους, κάποιους φτωχούς στο χωριό του.
Έβαλε τα λεφτά του στο λογαριασμό που του είπε ο τραπεζίτης, και γύρισε στον τόπο του, στο φτωχό σπιτάκι του. Ένοιωθε χαρούμενος αλλά και υπέφερε από την αρρώστια του. Πήγε και στον αγροτικό γιατρό. Αρθριτικά, άλατα, του είπε ο γιατρός. Δεν πρέπει να τρως αρνάκι, ούτε άλλα κρέατα. Τι να τρώω; Όλα τ’άλλα, είπε ο γιατρός, που δεν ήξερε τίποτε καλύτερο να πει. Του έδωσε και χάπια. Αλλά ο Κωστής σιχαινόταν να τα βάζει στη γλώσσα του και δεν τα έπαιρνε. Περπατούσε με δυσκολία, σχεδόν άκαμπτος, γιατί τα άλατα του είχαν σκουριάσει τις αρθρώσεις. Ντρεπόταν να βγαίνει σ’ αυτό το χάλι στο χωριό, και είχε κλειστεί τον πρώτο καιρό στο σπίτι του. Δυστυχία.
Όμως, κάποια γειτόνισσα γριούλα, που ήξερε πολλά για φυσικές θεραπείες, του είπε για κάποια χόρτα που, αν τα έτρωγε, θα γινόταν καλά.
Έτσι ο Κωστής έκανε έναν περίπατο πρωί-πρωί για να μαζεύει τα χόρτα του. Στην αρχή δυσκολευόταν στο σκύψιμο, αλλά σύντομα συνήθισε. Μετά έβραζε τα χόρτα σε λίγο νεράκι, σε σιγανή φωτιά και τα έτρωγε με μπόλικο λεμόνι και λίγο λάδι. Έτρωγε και λίγο σταρένιο ψωμί που του έδινε η καλή γειτόνισσά του, η γριούλα.
Φακές, φασόλια, ρεβίθια, ήταν το μεσημεριανό του φαγητό, αφού πρώτα έτρωγε μια πλούσια σαλάτα από λαχανικά που είχε στον κηπάκο του.
Πολύ σύντομα, σε λίγους μήνες, είδε μεγάλη καλυτέρευση στην υγεία του. Ξεπιάστηκε. Τα αρθριτικά δεν πονούσαν πια όπως πριν, πολύ λιγότερο.
Το νέο διαδόθηκε. Πολλοί χωριανοί του, γείτονες αλλά και από τους πιο πέρα μαχαλάδες, του χαμογελούσαν χαρούμενοι, όταν τον έβλεπαν στο δρόμο. Κάποιοι περνούσαν και από το σπίτι του, για να του δώσουν συχαρίκια και να του ευχηθούν «Γερός και σιδερένιος» και «γοργοπερπάτητος», και, «άντε να σε δούμε ν’ ανεβαίνεις στο βουνό, όπως όταν, μικρός τσοπάνης, έτρεχες πίσω από τα πρόβατα», κ.α. τέτοια.
Πέρασ’ έτσι ένας χρόνος. Λίγες μέρες πριν κλείσει ο χρόνος, ο Κωστής είπε στους γείτονες του ότι το Σάββατο, που έκλεινε χρόνο από τη μέρα που γύρισε στο χωριό του, θα έκανε γιορτή στο σπίτι του. Και ότι ήταν όλοι καλεσμένοι, όσοι χωρούσαν στο σπιτάκι του και στην αυλή του.
Ήρθαν. Μερικοί έφεραν και τα φαγώσιμα μαζί τους. Χορτόπιτες, σταφιδοριζόπιτες, καλαμποκόπιτες, πρασόριζο κ.α. τέτοια. Είχαν ακούσει ότι ο Κωστής είχε αρρωστήσει βαριά από αρθριτικά και άλατα, από το αρνίσιο κρέας που έτρωγε κάθε μέρα στην Αυστραλία, κι έτσι κανείς δε σκέφτηκε να φέρει κρέας. Εξάλλου, κι αυτοί σπάνια, πολύ σπάνια έτρωγαν κρέας. Κάποιες μεγάλες γιορτές μόνο.
Όλοι ήξεραν ότι έφυγε άρρωστος από την Αυστραλία, ότι είχε χάσει τη δουλειά του και ένοιωθαν λύπη, γιατί πίστευαν ότι ήταν πάμφτωχος, χωρίς δεκάρα στην τσέπη. Έτσι, εκτός από τα τρόφιμα που του έφεραν, φακή, όσπρια, ρεβίθια, τραχανά κ.α. δικής τους παραγωγής, κάποιοι σκέφτηκαν να βάλουν λίγα ψιλά χρήματα, να μαζέψουν ένα μικρό ποσό και να του το δώσουν.
Η γιορτή πήγε πολύ καλά. Κουβεντούλα, τσιμπολόγημα από τις πίτες, έπιναν και το γλυκό κρασί τους και είχαν φτιάξει καλή διάθεση. Προς το τέλος της γιορτής, κάποιος πήρε τον Κωστή παράμερα, του είπε για τον έρανο που έκαναν και του έδωσε το φακελάκι με τα χρήματα. Ο Κωστής δεν δέχτηκε να τα πάρει. Μπροστά σε όλη την παρέα της γιορτής, εξήγησε ότι πριν φύγει από την Αυστραλία, έβαλε όλα τα λεφτά που είχε οικονομήσει τόσα χρόνια σε μια τράπεζα και ότι σε δέκα χρόνια, αυτά τα λεφτά δέκα εκατομμύρια, θα γίνονταν τριάντα. Είχε κρατήσει μόνο λίγα χρήματα στην τσέπη του, ίσα για να περνάει. Αλλά με τα χόρτα που μάζευε, με τα κηπευτικά, το ένα στρέμμα χωράφι όπου έβαζε στάρι, φακή και ρεβίθια, και με τις τρείς ρίζες ελιές που είχε, και μια κατσίκα, ούτε αυτά που κράτησε δεν του χρειάζονταν. Πολύ λίγα μόνο, για το φως και το νερό.

Οι χωρικοί ένοιωσαν ένα ευχάριστο ξάφνιασμα, μεγάλη χαρά, έξαρση. Τριάντα εκατομμύρια ο Κωστής, σε εννέα χρόνια. Ο πιο πλούσιος του χωριού. Ο πιο πλούσιος σ’ όλα τα χωριά εκεί γύρω. Θα τον καμάρωνε όλο το χωριό.
-Μόλις πάρω αυτά τα τριάντα εκατομμύρια, τους είπε, τα μισά θα τα μοιράσω σ’ όσους χωριανούς δεν έχουν καθόλου χρήματα ή πολύ λίγα, για να ξεπεράσουν τη δυσκολία τους.
Όλοι έφυγαν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι από τη γιορτή. Κι έτσι έμειναν οι πιο πολλοί, όλ’ αυτά τα εννέα χρόνια που έπρεπε να περάσουν για να έρθει ο πλούτος στον Κωστή και να κάνει τη μοιρασιά στους χωριανούς του. Μια γλυκιά ελπίδα έκαιγε μέσα στην καρδιά τους και έδινε στη ζωή τους μια κρυφή χαρά, που άνθιζε πότε-πότε στο χαμόγελό τους και έλαμπε στα μάτια τους. Και πιο πολύ στους πιο φτωχούς, που ένοιωθαν ότι ανήκαν σε εκείνους που ο Κωστής θα χάριζε τον πλούτο του.
Ο Κωστής ένοιωθε την αγάπη των χωριανών του και ήταν πολύ χαρούμενος κι ευτυχισμένος μέσα του. Κι ενώ είχε πει στην αρχή, ότι κάθε χρόνο, την ημέρα της επιστροφής του, θα έκανε γιορτή στο σπίτι του, μετά είπε ότι θα έκανε γιορτή κάθε μήνα, την πρώτη Κυριακή του μήνα.
Μαζεύονταν οι γείτονές του, και η γιορτή τους γέμιζε χαρά. Δεν ήταν οι νόστιμες πίτες και τα πρασόριζα, ήταν ο χορός και το τραγούδι που συνόδευε το γλυκόπιοτο κρασάκι και το δροσερό νερό της πηγής τους. Πολλοί ούτε που άγγιζαν τα φαγητά. Έρχονταν πιο πολύ για να τραγουδήσουν και να χορέψουν, να πιούν γλυκό κρασί και μελωμένο τσάι του βουνού, να χαρούν και να ξεσκάσουν.
Και μετά ο Κωστής τους είπε ότι, όσοι θέλουν και μπορούν, όταν έχουν χρόνο από τις δουλειές τους, μπορούν να έρχονται κάθε Σάββατο αποβραδύς και να κάνουν μια μικρή γιορτή. Και μια φορά το μήνα, την πρώτη Κυριακή, θα είχαν και τη μεγάλη τους γιορτή.
Το νέο μαθεύτηκε και στους πιο πέρα μαχαλάδες. Είχαν συγγενείς στο χωριό του Κωστή. Κάποιοι απ’ αυτούς θα έπαιρναν ένα μεγάλο ποσό χρημάτων από τη μοιρασιά του Κωστή, και η χαρά τους θα ταν και δική τους χαρά, δηλαδή των συγγενών τους στους γύρω μαχαλάδες. Κι η κρυφή ελπίδα τους γέμιζε την ψυχή γλυκιά χαρά, γλυκό χαμόγελο στο στόμα και λάμψη στη ματιά τους.
Η χαρά της ζωής, της ύπαρξης, της κίνησης του σώματος έκανε την κάθε στιγμή της μέρας κρυφή, ανομολόγητη χαρά κι ευλογία. Δεν σκέφτονταν καθόλου τα χρήματα που θα έπαιρναν. Δούλευαν στα χωράφια τους, με ήλιο, με συννεφιά, με ζέστη ή κρύο. Η κούραση, ο ιδρώτας τους έλυνε τους αρμούς, και τη νύχτα έπεφταν σε ύπνο βαθύ και ξένοιαστο. Ξυπνούσαν και ένοιωθαν αναστημένοι, σαν ξαναγεννημένοι κάθε πρωί. Η γλύκα της ζωής, η χαρά της ύπαρξης, η ροή του ζεστού αίματος στις φλέβες, και σ’ όλο το κορμί, η ζεστή ανάσα μες στα στήθια τους…
Κι άρχισαν εκεί, στους γύρω μαχαλάδες, να μαζεύονται κάμποσοι σε κάποια σπίτια, και να κάνουν μια μικρή γιορτή. Όχι για πολυφαγία με κρέατα και τυριά. Λίγο αγνό φαί, χορτόπιτες, πρασόπιτες, μηλόπιτες, σταφιδοριζόπιτες, γλυκό κρασί και δροσερό νερό. Για να ναι το στομάχι ελαφρό, και η ψυχή ξεπλάκωτη, για να μπορούν να τραγουδήσουν και να χορέψουν, χωρίς να λαχανιάσουν και να πονέσει η καρδιά και η κοιλιά τους.
Κι έτσι περνούσαν οι μήνες. Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια, με τη χαρά της ζωής στην ψυχή και τη λάμψη της αγάπης στα μάτια τους. Και κάποια μέρα διαδόθηκε το νέο πως την άλλη Κυριακή, την πρώτη του νέου μήνα, στη μεγάλη γιορτή που θα γιόρταζαν, όπως πάντα, την επέτειο της επιστροφής του Κωστή στο χωριό του, θα γινόταν και η μοιρασιά των εκατομμυρίων, των 15 εκατομμυρίων δραχμών, δηλαδή, 45.000 ευρώ, που ήταν τα μισά από την περιουσία του Κωστή, τα 30 εκατομμύρια που θα συμπλήρωνε εκείνη την ημέρα.
Όλοι περίμεναν με κρυφή χαρά, χωρίς λόγια, ούτε σχόλια, το μεγάλο γεγονός. Αυτά τα δέκα χρόνια τα έζησαν με τόση χαρά, κρυφή και φανερή, τους είχαν δώσει τόση ευτυχία, τόση καλοσύνη, που καμία άλλη χαρά, κανένα γεγονός εξωτερικό, καμιά μοιρασιά πλούτου, δε θα μπορούσε να τους κάνει πιο ευτυχισμένους.
Λίγες μέρες πριν από αυτή την Κυριακή, ο Κωστής κατέβηκε στην πόλη, για να πάει στην τράπεζα. Μίλησε με το διευθυντή. Εκείνος του είπε ότι μπορεί να βάλει τα λεφτά που θα έπαιρνε από την Αυστραλία στη δική του ελληνική τράπεζα. Όμως, ο τόκος που θα έπαιρνε, θα ήταν μόνο 3% (τρία στα εκατό) που θα είχε και κρατήσεις. Εξάλλου ο πληθωρισμός, η αύξηση των τιμών στην αγορά τροφίμων κ.α. βασικών ειδών διαβίωσης, ήταν περίπου 4% το χρόνο. Έτσι, αντί για κέρδος, μάλλον θα είχε χασούρα, ένα έως δύο στα εκατό, δηλαδή θα έχανε κάθε χρόνο 100 έως 200 χιλιάδες δραχμές, 300-600 ευρώ.
Τότε, ο Κωστής σκέφτηκε τους φτωχούς χωρικούς, γείτονες και φίλους του, που κάθε χρόνο θα έχαναν λίγα αντί να κερδίζουν πιο πολλά από τα χρήματα που θα τους έδινε. Και λυπήθηκε.
Ρώτησε τον διευθυντή τι θα γινόταν αν άφηνε τα χρήματα που είχε στην Αυστραλιανή τράπεζα. Εκείνος του είπε ότι η κατάθεσή του θα ανανεωνόταν αυτόματα με το ίδιο επιτόκιο που τα είχε κλείσει. Σε δέκα χρόνια τα 30 εκατομμύρια θα γίνονταν περίπου 90 εκατομμύρια δρχ. ή 270.000 ευρώ.
Ο Κωστής πέταξε από τη χαρά του. Έφυγε από την τράπεζα αμέσως και γύρισε στο χωριό του. Την Κυριακή, σε δύο μέρες, θα γινόταν η γιορτή. Πού όμως; Στο σπίτι του; Ήταν πολύ μικρό. Δε χωρούσε τόσον κόσμο. Σκέφτηκε το χώρο στο αλώνι του χωριού. Τώρα ήταν Μάης και δεν υπήρχαν καρποί για αλώνισμα. Ο χώρος ήταν μεγάλος, ίσιος και γύρω δέντρα. Ναι, εκεί θα γινόταν η γιορτή, ο χορός και το τραγούδι. Η χαρά κι η ξεφάντωση. Αν όμως την Κυριακή χαλούσε ο καιρός; Αν είχε συννεφιά ή βροχή; αναρωτήθηκε.
Τότε ο Κωστής σκέφτηκε την εκκλησία του χωριού με το μεγάλο περίβολο. Η εκκλησία ήταν χρόνια αλειτούργητη, γιατί δεν είχαν παπά εκεί στο ορεινό χωριό τους. Ούτε και τους ένοιαζε. Δεν ήταν κολλημένοι με κάποια θρησκεία και τυπολατρεία. Εξάλλου, στο χωριό κατοικούσαν όχι μόνο Έλληνες αλλά και Τούρκοι και Αρβανίτες και Βούλγαροι και Σλαβομακεδόνες. Ήταν και δύο οικογένειες Ιταλο-Έλληνες, από Ιταλούς που είχαν ξεμείνει εκεί από το μεγάλο πόλεμο. Ακόμα και μια μεγάλη οικογένεια Ινδοί, που δούλευαν στα χωράφια ενός κτηματία, που δεν μπορούσε να τα δουλέψει ο ίδιος γιατί ήταν πολύ γέρος. Κι ακόμα ένας Αιγύπτιος με το γιό του, που δούλευαν εργάτες ξυλοκόποι στο δάσος. Έκοβαν δέντρα για το πριονιστήριο της περιοχής, για ξυλεία. Ένας Έλληνο-Αυστραλός, ο Κωστής, κι ένας Ελληνοαμερικανός, συνταξιούχος, που περνούσε εκεί τα τελευταία του χρόνια. Είχε πάθει καρδιοπάθεια στην Αμερική. Και ο γιατρός, που ήταν ελληνικής καταγωγής, του είχε πει: Μόνο εκεί, στο ορεινό χωριό της πατρίδας σου θα γίνεις καλά. Όχι με εγχειρήσεις. Αν περπατάς κάθε μέρα μία ώρα, κι αν κόψεις τα κρέατα και τα τυριά. Έτσι έκανε ο γέρος και έγινε καλά.
Ένα χωριό πανσπερμία από ράτσες και εθνικότητες. Αλλά κανείς τους δεν έδινε σημασία ούτε στη ράτσα ούτε στην εθνικότητα. Δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ αυτές τις λέξεις, δεν τους χρησίμευαν σε τίποτε. Κι έτσι δεν είχαν έχθρες στο χωριό, ούτε ένας ανώτερος, ο άλλος κατώτερος, ούτε ο ένας πιστός κι ο άλλος άπιστος. Είχαν ελεύθερο το μυαλό τους και την ψυχή τους από τέτοιες κουταμάρες.
Λοιπόν, εκεί στον περίβολο της εκκλησίας θα γινόταν η γιορτή. Αν έπιανε βροχή, θα έμπαιναν μέσα στην εκκλησία ώσπου να κόψουν τα νερά.
Η Κυριακή ξημέρωσε συννεφιασμένη. Έτσι όλοι οι γείτονες πήραν την απόφαση να γιορτάσουν στην εκκλησία. Η γιορτή θα γινόταν μεσημέρι, και θα κρατούσε ως το βράδυ. Αν είχε βροχή, θα έφευγαν απομεσήμερο, για να μην τους πιάσει το νερό στο δρόμο και στο σκοτάδι.
Το νέο μεταδόθηκε από σπίτι σε σπίτι ως τους πέρα μαχαλάδες.
Ως τις δώδεκα το μεσημέρι, όσοι ήταν να έρθουν, ήρθαν. Κι η γιορτή άρχισε. Τα σύννεφα είχαν σκορπίσει κι έμειναν όλοι στον περίβολο της εκκλησίας. Ήταν ίσιωμα, κοντό χορτάρι στο χώμα και δέντρα γύρω γύρω. Έκανε λίγο κρύο, αλλά η κίνηση θα ζέσταινε σε λίγο τα κορμιά τους.
Λιανοτράγουδα, στην αρχή. Μετά, τραγούδια και χοροί, ο ένας μετά τον άλλο. Σε κάθε χορό, άλλαζαν οι πρώτοι χορευτές για να μπορέσουν όλοι να πάρουν μέρος. Ανάμεσα, τα ποτηράκια, με το καλό κρασί, λίγο νερωμένο, για να μην τους ζαλίσει, άλλαζαν χέρια κάθε τόσο.
Αργότερα, τα καλά φαγητά, οι πίτες και τα φρούτα, τα βραστά ζόχια και ραδίκια, απ’ το βουνό, αγνά και νόστιμα, φρέσκα και σιγοβρασμένα, για να μην χάσουν την νοστιμιά τους.
Ούτε ίχνος από κρεατικά, αρνιά, κατσίκια, μοσχαρίσια. Όλοι ήξεραν από χρόνια τη βαριά αρρώστια που είχε πιάσει ο Κωστής από την κρεατοφαγία στην Αυστραλία. Γι’ αυτό και κανείς ποτέ δεν έφερε στη γιορτή κρέατα ή τυρια.
Όλα πήγαν καλά. Ύστερ’ από δύο ώρες χαράς και επιδόσεων στο χορό και στο τραγούδι, μαζεύτηκαν όλοι γύρω από το σκαλοπάτι της εισόδου στην εκκλησία. Ο Κωστής ήθελε να τους μιλήσει.
Τους έδειξε πρώτα το βιβλιάριο με την κατάθεση. Τόσα δολάρια Αυστραλίας, ίσον 10 εκατομμύρια δρχ., ή περίπου 30.000 ευρώ. Ύστερα τους έδειξε το συμβόλαιο της προθεσμιακής κατάθεσης που έδειχνε ότι στα δέκα χρόνια θα έπαιρνε 30 εκατομμύρια δρχ. περίπου.
-          Αυτά τα δέκα χρόνια συμπληρώθηκαν σήμερα, τους είπε.
Δε χρειαζόταν να το πει. Όλοι είχαν μετρήσει, όχι τα  χρόνια, αλλά τη μεγάλη γιορτή που γινόταν κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Τούτη ήταν η δέκατη γιορτή. Γιορτή χαράς, αγάπης, καλοσύνης. Μοιράζονταν όχι σφαγμένα, πονεμένα ζώα, αλλά τους καρπούς της γης, με ριζόπιτες, καρυδόπιτες, αμυγδαλωτά, πλιγούρι από καλό στάρι, βραστή φακή από αγνό χωράφι, πορτοκάλια και γκρέιπφρουτ από τα περιβόλια τους.
Μπορούσαν ποτέ να ξεχάσουν τέτοια γιορτή, τέτοια χαρά, τέτοια ροή αγάπης κι ευτυχίας; Αυτή τους έδινε φτερά για όλο το χρόνο. Και την περίμεναν όλο το χρόνο, για να ξαναβαφτιστούν στα άγια νάματά της.
-          Λοιπόν, συνέχισε ο Κωστής, εδώ έχω ένα βιβλιάριο επιταγών, που μου είχε δώσει η τράπεζα στην Αυστραλία. Τώρα, αφού τελείωσε η προθεσμία, μπορώ να κόψω 15 επιταγές με ένα εκατομμύριο δραχμές η κάθε επιταγή, σε δολάρια Αυστραλίας βέβαια. Το κοινοτικό μας συμβούλιο θα διαλέξει αυτούς που θα πάρουν τις επιταγές, όπως έχουμε συμφωνήσει, με βάση την απορία τους, εννοώ την έλλειψη χρημάτων στα νοικοκυριά τους, ή με το αν περνάνε κάποια άλλη δυσκολία στη ζωή τους, γεράματα χωρίς σύνταξη, αρρώστια χωρίς επίδομα ή ο,τι άλλο.
-          Τους έχουμε διαλέξει κιόλας, είπαν δυο-τρεις σύμβουλοι.
-          Τότε ας έρθουν εδώ μπροστά μου, είπε ο Κωστής.
Δεκαπέντε άτομα ξεχώρισαν απ’ το πλήθος, βάδισαν μπροστά και στάθηκαν κοντά στον Κωστή, σε ημικύκλιο. Ηλικιωμένα τα πιο πολλά. Έγινε σιωπή, ησυχία. Μέσα σ’ αυτή την τέλεια σιγή, ακούστηκε μια φωνή χαράς , ευλογίας, ευγνωμοσύνης. Μια φωνή με αγνό πάθος αγάπης και συμπόνιας.
-          Να ζήσεις και ν’ αγιάσεις , παλικάρι μου.
-          Τον άγιο λες; Είπε αργά, σοβαρά μια άλλη φωνή.
Μεγάλη συγκίνηση. Κάποιοι χωρικοί προχώρησαν μπροστά, πλησίασαν τους δεκαπέντε, τους αγκάλιασαν, τους φίλησαν, τους έσφιξαν τα χέρια. Και γύρισαν στη θέση τους. Δάκρυα χαράς κύλησαν στα μάγουλα των πιο πολλών από τους δεκαπέντε αλλά και των άλλων χωριανών.
-Η αγιοσύνη είναι δικιά σας, είπε ο Κωστής. Η κυρά-Σοφία μου έδωσε το φάρμακο για την αρρώστια μου. Η μάνα γη του χωριού μας με γιάτρεψε. Κι ο καθαρός αέρας του βουνού μας και το αγνό νεράκι της πηγής του. Κι όλοι εσείς, με την καλοσύνη και την αγάπη σας, μου δώσατε τη δύναμη να θέλω να ζήσω και να χαρώ. Θυμάστε. Ήρθα πιασμένος από τα αρθριτικά. Δε μπορούσα ούτε να λυγίσω το κορμί μου. Περπατούσα άκαμπτος σαν ξύλο, γι’ αυτό και δεν έβγαινα καθόλου από το σπίτι μου.
Και τώρα; Με βλέπετε;
-Πάντα γερός και χαρούμενος! Έπεσαν απανωτές οι ευχές.
-Λοιπόν, είπε ο Κωστής. Πριν γράψω και κόψω τις επιταγές, θέλω να σας πω το εξής: Πριν τρεις μέρες, πήγα στην πόλη, στην τράπεζα. Έδειξα στον διευθυντή το συμβόλαιό μου με την Αυστραλιανή τράπεζα. Αφού το διάβασε, είπε:
-Εδώ λέει ότι αν αφήσεις τα λεφτά αυτά στον ίδιο λογαριασμό άλλα 10 χρόνια, θα πάρεις περίπου 90 εκατομμύρια δραχμές ή 270 χιλιάδες ευρώ. Αυτό το επιτόκιο θα έχουν και όσοι πάρουν την επιταγή με το ένα εκατομμύριο. Αν τα αφήσουν σ’ αυτή την κατάθεση που τα έχω εγώ, σε δέκα χρόνια θα πάρουν τρία εκατομμύρια. Η απόφαση είναι δική σας.
Μεγάλη αίσθηση έκανε αυτός ο λόγος του. Έγινε σιωπή. Κάποιοι από τους δεκαπέντε αλληλοκοιτάχτηκαν, ίσως για να δουν, αν μπορούσαν, τι σκέφτονταν, τι θ’ αποφάσιζαν κάποιοι άλλοι.
Κανείς δε μιλούσε, κανείς δεν έλεγε τις σκέψεις του. Ξαφνικά, ακούστηκε μια φωνή σοβαρή, σταθερή.
-          Εγώ θα τ’ αφήσω!
Δυνατή αίσθηση σε όλους. Σιωπή. Και σε λίγο.
-          Κι εγώ θα τ’ αφήσω. Κι εγώ. Κι εγώ, ακούστηκαν κάμποσες φωνές, όλες οι φωνές των 15.
-          Σας συγχαίρω για την απόφασή σας, είπε ένας από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Αν ποτέ χρειαστείτε χρήματα, ελάτε σε μας και από τα λίγα που έχουμε στο κοινοτικό ταμείο, θα σας δώσουμε, θα καλύψουμε τις ανάγκες σας.
-          Αν όμως χάσει την επιταγή, θα χαθούν και τα λεφτά, είπε κάποια φωνή.
-          Για να μην χαθούν, είπε ένας σύμβουλος, θα την πάμε στην τράπεζα να την κλείσουν στο θησαυροφυλάκιο.
-          Ναι, έτσι ας γίνει, είπε ένας από τους δεκαπέντε.
Μετά ξαναμίλησε ο Κωστής.
-          Πολύ χάρηκα για την απόφασή σας, είπε ζωηρά. Και μου δώσατε το θάρρος και την έμπνευση να πάρω κι εγώ μιαν απόφαση σαν τη δική σας. Αντί να κόψω τις 15 επιταγές με το ένα εκατομμύριο η κάθε μία, θα κόψω μόνο μια επιταγή και με τα 30 εκατομμύρια και θα τη γράψω στο κοινοτικό συμβούλιο του χωριού μας και των μαχαλάδων ένα γύρω. Θα κλείσουμε την επιταγή, το βιβλιάριο αυτό και το συμβόλαιο στο θησαυροφυλάκιο στην τράπεζα. Στα δέκα χρόνια, θα μπορείτε να πάρετε 90 εκατομμύρια δρχ. σε ευρώ περίπου 270.000 ή σε δολάρια Αυστραλίας, περίπου 400.000. Ξέρετε, άνθρωπος είμαι, σώμα είναι αυτό, μπορεί να πεθάνει. Πριν γίνει κάτι τέτοιο, ας μείνει ο θησαυρός μου σε όλους εσάς. Η χαρά δική σας, στους ζωντανούς. Πως σας φαίνεται αυτό; Ρώτησε όλο τον κόσμο.
Είχε δώσει όλα του τα χρήματα στο χωριό. Δεν κράτησε τίποτε για τον εαυτό του. Όλοι ένοιωθαν συγκίνηση, χαρά, ευγνωμοσύνη.
-          Πολύ καλό, πολύ καλό, είπαν κάμποσοι. Κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Η χαρά ολονών ήταν μεγάλη. Και τους έφερνε χαμόγελο στα χείλη και φως, πολύ φως στα μάτια.
Έτσι έζησαν ο Κωστής κι οι χωριανοί του άλλα δέκα χρόνια γεμάτα χαρά, δουλειά στα χωράφια και στα σπίτια. Ζούσαν τις μικρές γιορτές σε κάποια σπίτια, κάθε Σαββατόβραδο, με παρεούλες και τραγούδια. Χαίρονταν και τις πιο μεγάλες γιορτές κάθε μήνα, την πρώτη Κυριακή. Και ξεφάντωναν στην πιο μεγάλη γιορτή, μια φορά τον χρόνο, αρχές του Μάη, την επέτειο της μέρα που ο Κωστής γύρισε στο χωριό του άρρωστος, με πολλά λεφτά. Εκεί έγινε καλά. Και στο σώμα και στην ψυχή. Κι ας χάρισε όλα του τα λεφτά. Η χαρά του ήταν ατελείωτη, πρωί-βράδυ, μέρα-νύχτα, όπως κι όλοι οι χωριανοί.
                                                      *****
Τώρα εσύ αναγνώστη, πες μου. Σου άρεσε αυτή η ιστορία; Το ξέρω, σου άρεσε πολύ. Κάποιες στιγμές, συγκινήθηκες. Μπορεί και να έκλαψες.
Απελευθερώθηκες όμως; Ξύπνησες; Κατάλαβες; Βρήκες το νόημα της ζωής σου; Φωτίστηκες;
Ή μήπως αναρωτιέσαι τι απέγιναν αυτά τα λεφτά; Ποιος τα πήρε; Αυτά σκέφτεσαι; Δεν κατάλαβες τίποτα.
Αν επιμένεις να μάθεις για τα λεφτά, θα σου πω, δεν ξέρω. Η τράπεζα στην Αυστραλία μπορεί να χρεοκόπησε. Τα λεφτά να άλλαξαν χέρια, όπως συμβαίνει πάντα με τα λεφτά. Ή μπορεί να τα άφησαν και άλλα 10 χρόνια στην τράπεζα για να τριπλασιαστούν.
Η χαρά της ζωής, χάνεται ποτέ; Η γλύκα της ύπαρξης, χάνεται ποτέ; Η πνοή ζωής που είσαι, χάνεται ποτέ; Η καλοσύνη, η αγάπη, η συμπόνια, η χαρά της προσφοράς, χάνεται ποτέ;
Έχεις τίποτε απ’ αυτά μέσα σου; Τα είχες ποτέ; Τα έχασες; Πώς; Τι συνέβη; Πως παγιδεύτηκες; Πως κατάντησες τόσο άψυχος;
Ψάχνεις για λεφτά, για δόξα, για κατορθώματα, για έρωτες, για περιουσίες, για ιδέες, για ν’ αλλάξεις τον κόσμο, τον εαυτό σου;
Ακόμα ψάχνεις; Ακόμα τρέχεις; Αγχώνεσαι; Ελπίζεις; Ακόμα κοιμάσαι; Ακόμα ονειρεύεσαι;
Ξύπνα, φίλε! Ζήσε! Ζήσε την αγάπη, την προσφορά, την καλοσύνη!
Ζωή= Αγάπη, Χαρά, Δουλειά, Ξεκούραση, χωρίς κανένα εγώ, εσύ, αυτός, αυτή, εμείς, εσείς. Όλοι ένας, όλοι το ένα Εγώ, το Νοητό, το Απόλυτο, το Αιώνιο, πριν, τώρα και μετά. ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ, Ο ΗΝ ΚΑΙ Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ. ΕΓΩ ΕΙΜΙ Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ Η ΟΔΟΣ.
ΕΓΩ ΚΙ ΕΣΥ, ΙΔΙΑ ΖΩΗ
ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ, ΜΙΑ ΖΩΗ
ΚΑΙ ΟΣΟ ΓΙΑ ΦΑΪ, ΕΧΕΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ Η ΜΑΝΑ ΓΗ
Γιατί φοβάσαι; Γιατί σκοτώνεσαι; Γιατί κυνηγάς και κυνηγιέσαι, καίγεσαι και καίς; Γιατί;
Ξύπνα, φίλε! Ηρέμησε! Ζήσε!
ΤΕΛΟΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου