«Το παρόν και το μέλλον της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας»

 


Ιωάννης Αθ. Σαρακιώτης

Δικηγόρος – Βουλευτής Φθιώτιδας ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – Προοδευτική Συμμαχία

Αναπληρωτής Τομεάρχης Ανάπτυξης & Επενδύσεων, αρμόδιος για την Έρευνα & Τεχνολογία

Η σταδιακή μετάβαση του διεθνούς συστήματος στον πολυπολισμό έχει συνεπιφέρει πολλαπλές προκλήσεις ασφαλείας ενώ έχει εκληφθεί ως «ευκαιρία» για αναθεωρητικά κράτη, όπως η Τουρκία, που επιδιώκουν την ραγδαία ανακατανομή ισχύος, ρόλων και ζωνών επιρροής. Ενώπιον του συγκεκριμένου στρατηγικού περιβάλλοντος, οι κρατικοί δρώντες επιδιώκουν τη μέγιστη δυνατή αυτονόμησή τους στο επίπεδο των εξοπλισμών και εν προκειμένω της τεχνογνωσίας και τεχνολογίας αιχμής, η οποία τους διέπει. Το διακύβευμα είναι κοινό και αφορά τόσο τους επίδοξους αποσταθεροποιητικούς παράγοντες, όσο και εκείνους οι οποίοι επιχειρούν να τους εξισορροπήσουν διασφαλίζοντας την ειρήνη και την ασφάλεια.

Προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση της εξασφάλισης σημαντικών συντελεστών ισχύος, ο τομέας της Έρευνας, της Τεχνολογίας και της Καινοτομίας διασυνδέεται άρρηκτα με μια συντεταγμένη στρατηγική, η οποία θέτει στο επίκεντρο την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας. Σήμερα η Τουρκία διαθέτει 7 αμυντικές βιομηχανίες (ASELSAN, Turkish Aerospace Industries (TAI), BMC, Roketsan, Defense Technologies Engineering and Trade Inc. (STM), FNSS and Havelsan), οι οποίες μάλιστα συγκαταλέγονται μεταξύ των 100 κορυφαίων παγκοσμίως, με την τάση να είναι σαφώς ανοδική μιας και το 2010 διέθετε μόλις 1 αμυντική βιομηχανία σε αυτή τη λίστα.

Σύμφωνα με στοιχεία του ινστιτούτου Carnegie, κατά την τελευταία πενταετία, η Άγκυρα μείωσε τις εισαγωγές όπλων κατά 48% εν συγκρίσει με την αμέσως προηγούμενη πενταετία, ενώ πλέον εισάγει το 30% του στρατιωτικού υλικού της αντί του 70%, όπως συνέβαινε πριν μερικά χρόνια. Παράλληλα, ο κύκλος εργασιών του 1 δισ. δολαρίων του 2002 έχει πλέον ανέλθει στα 11 δισ. με στρατιωτικό υλικό αξίας 3 δισ. να διοχετεύεται προς το εξωτερικό συμβάλλοντας και στην ανάπτυξη της τουρκικής οικονομίας, με την Τουρκία να έχει καταστεί 14ος εξαγωγέας οπλικών συστημάτων παγκοσμίως και αποκτώντας δεσπόζουσα θέση έναντι κρατών της Ασίας και της υποσαχάριας Αφρικής.

Τα ως άνω στατιστικά στοιχεία δεν έχουν προκύψει εν κενώ, καθώς το τουρκικό κράτος έχει επενδύσει περισσότερα από 60 δισ. δολάρια στην ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας κατά τα τελευταία έτη. Στον αντίποδα, η ελληνική αμυντική βιομηχανία δείχνει να χωλαίνει διαχρονικά, εγκλωβισμένη σε ένα φαύλο κύκλο, απόρροια της κακοδιαχείρισης και της διασπάθισης του δημοσίου χρήματος κατά τις δεκαετίες 1990 και 2000, της διαχρονικής απαξίωσης από τις κυβερνήσεις της Ν.Δ. και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και εν συνεχεία της «ταφόπλακας» των μνημονίων.

Παρ’ όλα αυτά, τα περιθώρια ανάπτυξής της είναι ακόμη υπαρκτά κυρίως λόγω του σπουδαίου επιστημονικού δυναμικού, που διαθέτει η χώρα μας και των υψηλής καινοτομίας ερευνητικών προγραμμάτων των ελληνικών πανεπιστημίων. Εξάλλου, τα προγράμματα συμπαραγωγής και η υποχρέωση ελληνικής συμμετοχής σε ποσοστό κατ’ ελάχιστο 35% άφησαν θετικό αποτύπωμα όσον αφορά την προμήθεια τεθωρακισμένων (π.χ. Leopard και Abrahams) ή τη ναυπήγηση φρεγατών και υποβρυχίων.

Όμως, πλέον οι προκλήσεις έχουν αλλάξει και τα ζητήματα άμυνας τίθενται σε διαφορετική βάση, καθώς το δυνητικό κόστος μιας σύγκρουσης σε ανθρώπινο δυναμικό ελαχιστοποιείται, στοιχείο που δημιουργεί πολλαπλά κίνητρα για ενδεχόμενη επίθεση από πλευράς του οποιουδήποτε «επιτήδειου». Για παράδειγμα, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAVs) ή οι τεχνολογίες διεξαγωγής ηλεκτρονικού πολέμου αποτελούν πεδία, που κρίνουν το αποτέλεσμα των ένοπλων συγκρούσεων στα διαμορφούμενα περιβάλλοντα επιχειρήσεων, όπως είδαμε και στην πρόσφατη περίπτωση της αρμενικής ήττας από το – υποβοηθούμενο από την Τουρκία – Αζερμπαϊτζάν στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Το ερευνητικό δυναμικό υπάρχει και απομένει μόνο η βούληση και το σχέδιο από πλευράς της Πολιτείας. Για την Ελλάδα, η ώθηση των εν λόγω προγραμμάτων συνιστά ευκαιρία οικονομικής ανάπτυξης, απόκτησης εξωστρέφειας και αύξησης της επιρροής της στην ευρύτερη περιφέρεια, αλλά και προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας. Άλλωστε, ο κεντρικός πυλώνας μιας αποτελεσματικής αποτρεπτικής στρατηγικής συνίσταται στην εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής αυτοβοήθειας, της μέγιστης δυνατής στρατηγικής αυτονόμησης και κατ’ επέκταση αποδέσμευσης από έξωθεν εξαρτήσεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου